Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remunerate
01
αμείβω, πληρώνω
to make payment to someone for the service they have provided
Transitive: to remunerate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remunerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
remunerates
ενεστώτα μετοχή
remunerating
απλός αόριστος
remunerated
παθητική μετοχή
remunerated
Παραδείγματα
Employers are responsible for remunerating employees for their work based on agreed-upon terms.
Οι εργοδότες είναι υπεύθυνοι για την αμοιβή των εργαζομένων για την εργασία τους με βάση τους συμφωνηθέντες όρους.
Λεξικό Δέντρο
remunerated
remuneration
remunerative
remunerate
remuner



























