Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remover
01
μεταφορέας, εργάτης μετακόμισης
someone who works for a company that moves furniture
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
removers
02
διαλύτης
a solvent that removes a substance (usually from a surface)
Λεξικό Δέντρο
remover
remove



























