Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remotely
01
από απόσταση, εξ αποστάσεως
from a different location using digital communication or technology
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
Most employees now work remotely at least part of the week.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εργάζονται πλέον απομακρυσμένα τουλάχιστον μέρος της εβδομάδας.
1.1
από απόσταση, απομακρυσμένα
from a distance, without being physically present or in direct contact
Παραδείγματα
The drone is operated remotely using a handheld controller.
Το drone λειτουργεί απομακρυσμένα χρησιμοποιώντας ένα χειριζόμενο χειριστήριο.
02
ούτε στο ελάχιστο, καθόλου
in the slightest degree, usually used with negatives
Παραδείγματα
She wasn't remotely interested in their gossip.
Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις κουτσομπολιές τους.
Λεξικό Δέντρο
remotely
remote



























