remotely
re
ri
mote
ˈməʊt
mewt
ly
li
li
chipotle

Ορισμός και σημασία του "remotely"στα αγγλικά

01

από απόσταση, εξ αποστάσεως

from a different location using digital communication or technology 
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
Most employees now work remotely at least part of the week. 

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εργάζονται πλέον απομακρυσμένα τουλάχιστον μέρος της εβδομάδας.

1.1

από απόσταση, απομακρυσμένα

from a distance, without being physically present or in direct contact 
Παραδείγματα
The drone is operated remotely using a handheld controller. 

Το drone λειτουργεί απομακρυσμένα χρησιμοποιώντας ένα χειριζόμενο χειριστήριο.

1.2

απομακρυσμένα, σε ένα απομονωμένο μέρος

in a place far from populated or central areas 
Παραδείγματα
The cabin is remotely located deep in the forest. 

Το καλύβι βρίσκεται απομακρυσμένα βαθιά στο δάσος.

02

ούτε στο ελάχιστο, καθόλου

in the slightest degree, usually used with negatives 
Παραδείγματα
She wasn't remotely interested in their gossip. 

Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις κουτσομπολιές τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store