Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remotely
01
από απόσταση, εξ αποστάσεως
from a different location using digital communication or technology
Παραδείγματα
He manages the entire team remotely from another city.
Διαχειρίζεται ολόκληρη την ομάδα από απόσταση από μια άλλη πόλη.
1.1
από απόσταση, απομακρυσμένα
from a distance, without being physically present or in direct contact
Παραδείγματα
The alarm system is activated remotely when the office closes.
Το σύστημα συναγερμού ενεργοποιείται απομακρυσμένα όταν το γραφείο κλείνει.
02
ούτε στο ελάχιστο, καθόλου
in the slightest degree, usually used with negatives
Παραδείγματα
The plan is n't remotely practical in real life.
Το σχέδιο δεν είναι καθόλου πρακτικό στην πραγματική ζωή.
Λεξικό Δέντρο
remotely
remote



























