Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Remonstrance
01
παράπονο, διαμαρτυρία
a serious complaint about something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
remonstrances
Λεξικό Δέντρο
remonstrance
remonstr



























