Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remodel
01
ανακαινίζω, αναμορφώνω
to change the figure, appearance or structure of something
Transitive: to remodel sth
Παραδείγματα
They decided to remodel the kitchen to create a more open layout.
Αποφάσισαν να ανακαινίσουν την κουζίνα για να δημιουργήσουν ένα πιο ανοιχτό σχέδιο.
02
ανασχηματίζω, ανακατασκευάζω
to reshape or change the form of a figure or object into a new or different design
Transitive: to remodel a figure or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remodel
γ΄ ενικό πρόσωπο
remodels
ενεστώτα μετοχή
remodeling
απλός αόριστος
remodeled
παθητική μετοχή
remodeled
Παραδείγματα
The sculptor decided to remodel the statue after noticing flaws in the original design.
Ο γλύπτης αποφάσισε να αναμορφώσει το άγαλμα αφού παρατήρησε ελαττώματα στο αρχικό σχέδιο.
Λεξικό Δέντρο
remodel
model



























