Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remodel
01
ανακαινίζω, αναμορφώνω
to change the figure, appearance or structure of something
Transitive: to remodel sth
Παραδείγματα
The homeowners hired a contractor to remodel their living room to accommodate a growing family.
Οι ιδιοκτήτες προσέλαβαν έναν εργολάβο για να ανακαινίσει το σαλόνι τους για να φιλοξενήσει μια οικογένεια που μεγαλώνει.
02
ανασχηματίζω, ανακατασκευάζω
to reshape or change the form of a figure or object into a new or different design
Transitive: to remodel a figure or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
remodel
γ΄ ενικό πρόσωπο
remodels
ενεστώτα μετοχή
remodeling
απλός αόριστος
remodeled
παθητική μετοχή
remodeled
Παραδείγματα
By applying heat, they were able to remodel the plastic into a completely new object.
Εφαρμόζοντας θερμότητα, κατάφεραν να αναμορφώσουν το πλαστικό σε ένα εντελώς νέο αντικείμενο.
Λεξικό Δέντρο
remodel
model



























