Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barrel
01
κάννη, σωλήνας
the tube of a gun through which a bullet is fired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
barrels
Παραδείγματα
The rifle's barrel was polished and clean.
Ο κάννος του τουφεκίου ήταν γυαλισμένος και καθαρός.
02
βαρέλι, περίφραξη
a round, hollow container with flat ends and curved sides, usually made of wood or metal, used to hold liquids
Παραδείγματα
The workers filled the barrel with clean water.
Οι εργάτες γέμισαν το βαρέλι με καθαρό νερό.
03
βαρέλι, βαρέλι ξύλινο
a hollow, bulging cylinder with flat ends
Παραδείγματα
The rocket had a barrel shape to reduce air resistance.
Ο πύραυλος είχε σχήμα βαρελιού για να μειώσει την αντίσταση του αέρα.
3.1
ένα βαρέλι, ένα βαρέλι
the amount that a barrel, of any given size, can contain
Παραδείγματα
Each holds a barrel of maple syrup.
Κάθε ένας κρατά ένα βαρέλι σιρόπι σφενδάμου.
04
βαρέλι, βαρέλι
a measurement of volume, varying by context, used especially for liquids such as oil
Παραδείγματα
The company produced 50 barrels of crude oil per day.
Η εταιρεία παρήγαγε 50 βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα.
to barrel
01
βαρελιάζω, τοποθετώ σε βαρέλια
to place or store something in barrels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
barrel
γ΄ ενικό πρόσωπο
barrels
ενεστώτα μετοχή
barreling
απλός αόριστος
barreled
παθητική μετοχή
barreled
Παραδείγματα
The cooper barreled the wine for aging.
Ο βαρελάς βαρέλισε το κρασί για ωρίμανση.



























