Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reminisce
01
αναπολώ, θυμάμαι με νοσταλγία
to remember past events, experiences, or memories with a sense of nostalgia
Intransitive: to reminisce about sth | to reminisce over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reminisce
γ΄ ενικό πρόσωπο
reminisces
ενεστώτα μετοχή
reminiscing
απλός αόριστος
reminisced
παθητική μετοχή
reminisced
Παραδείγματα
During the family reunion, they spent hours reminiscing about their childhood adventures.
Κατά την οικογενειακή επανένωση, πέρασαν ώρες αναπολώντας τις παιδικές τους περιπέτειες.
Λεξικό Δέντρο
reminiscence
reminiscent
reminisce



























