LanGeek
Dictionary
Μάθηση
Εφαρμογή για Κινητά
Επικοινωνήστε μαζί μας
Αναζήτηση
Barred owl
/bˈɑːd ˈaʊl/
/bˈɑːɹd ˈaʊl/
Noun (1)
Ορισμός και Σημασία του "barred owl"
Barred owl
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
01
large owl of eastern North America having its breast and abdomen streaked with brown
Παράδειγμα
Συναφή Λέξεις
barred
barre
barratry
barrator
barrater
barrel
barrel back sofa
barrel chair
barrel knot
barrel maker
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Κατεβάστε την Εφαρμογή
English
Français
Española
Türkçe
Italiana
русский
українська
tiếng Việt
हिन्दी
العربية
Filipino
فارسی
bahasa Indonesia
Deutsch
português
日本語
汉语
한국어
język polski
Ελληνικά
اردو
বাংলা
Nederlandse taal
svenska
čeština
Română
Magyar
Copyright © 2024 Langeek Inc. | All Rights Reserved |
Privacy Policy
Copyright © 2024 Langeek Inc.
All Rights Reserved
Privacy Policy
Κατεβάστε την Εφαρμογή
Κατεβάστε
Download Mobile App