relevance
re
ˈrɛ
re
le
vance
vəns
vēns
reliance

Ορισμός και σημασία του "relevance"στα αγγλικά

01

σχετικότητα

the quality of being related or useful to the current situation or topic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The professor questioned the relevance of the argument. 

Ο καθηγητής αμφισβήτησε τη σχετικότητα του επιχειρήματος.

Λεξικό Δέντρο

irrelevance
relevancy
relevance
relev
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store