Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reimburse
01
αποζημιώνω, επιστρέφω χρήματα
to repay someone for expenses or losses they have experienced
Transitive: to reimburse sb for an expense or loss
Παραδείγματα
If you provide the receipts, we'll be happy to reimburse you for the business-related expenses.
Εάν παράσχετε τις αποδείξεις, θα χαρούμε να σας αποζημιώσουμε για τα έξοδα που σχετίζονται με την επιχείρηση.
02
αποζημιώνω, επιστρέφω
to repay someone for expenses they have incurred
Transitive: to reimburse an expense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reimburse
γ΄ ενικό πρόσωπο
reimburses
ενεστώτα μετοχή
reimbursing
απλός αόριστος
reimbursed
παθητική μετοχή
reimbursed
Παραδείγματα
The company will reimburse medical bills incurred during the employee's overseas assignment.
Η εταιρεία θα αποζημιώσει τα ιατρικά έξοδα που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της υπερπόντιας ανάθεσης του υπαλλήλου.
Λεξικό Δέντρο
reimbursement
reimburse



























