Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baron
01
βαρόνος, άρχοντας
a British nobleman holding the lowest rank in the peerage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
barons
αρσενικό ενικό
baron
θηλυκό ενικό
baroness
neutral form
peer
Παραδείγματα
He was granted the title of baron by the Queen.
Του απονεμήθηκε ο τίτλος του βαρόνου από τη Βασίλισσα.
02
μεγιστάνας, βαρώνος
a very wealthy and influential person
Παραδείγματα
The tech baron owns several major companies.
Ο τεχνολογικός βαρόνος κατέχει πολλές μεγάλες εταιρείες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
baronage
baronet
baronial
baron



























