Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Regularity
01
κανονικότητα, σταθερότητα
the quality of being consistent, steady, or predictable in occurrence or pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
κανονικότητα
a property of polygons: the property of having equal sides and equal angles
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irregularity
unregularity
regularity
regular



























