to regorge
re
ri:
ri
gorge
gɔ:ʤ
gawj
reforge

Ορισμός και σημασία του "regorge"στα αγγλικά

to regorge
01

κάνω εμετό, ξεράω

eject the contents of the stomach through the mouth 
to regorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
regorges
ενεστώτα μετοχή
regorging
απλός αόριστος
regorged
παθητική μετοχή
regorged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store