regnant
Pronunciation
/ɹɪɡnˈænt/

Ορισμός και σημασία του "regnant"στα αγγλικά

01

κυρίαρχος, επικρατών

exerting power, influence, or dominance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most regnant
συγκριτικός βαθμός
more regnant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store