Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regard as
01
θεωρώ ως, βλέπω ως
to think of someone or something in a particular way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
as
βασικό ρήμα
regard
ενεστώτας
regard as
γ΄ ενικό πρόσωπο
regards as
ενεστώτα μετοχή
regarding as
απλός αόριστος
regarded as
παθητική μετοχή
regarded as
Παραδείγματα
The movie is regarded as a classic.
Η ταινία θεωρείται κλασική.



























