Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barn door
01
πόρτα αχυρώνα, μεγάλη πόρτα αχυρώνα
the large sliding door of a barn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barn doors
02
πόρτα αχυρώνα, πτερύγια φωτισμού
a device attached to a lighting fixture or camera that controls the direction and spread of light
LanGeek



























