Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barmy
01
τρελός, παλαβός
slightly crazy, eccentric, or behaving in a way that seems mentally odd
Παραδείγματα
You must be barmy to go swimming in this freezing weather.
Πρέπει να είσαι τρελός για να πας για κολύμβηση σε αυτόν τον παγωμένο καιρό.
02
γεμάτος ενθουσιασμό, ζωηρός
full of lively, playful, or spirited enthusiasm
Dialect
British
Παραδείγματα
The celebration turned into a barmy street parade.
Ο εορτασμός μετατράπηκε σε τρελή οδική παρέλαση.



























