to refloat
re
ri:
ρι
float
fləʊt
φλεουτ
promoteoutvoteconnoteafloat

Ορισμός και σημασία του "refloat"στα αγγλικά

to refloat
01

to make a vessel float again after it has been grounded or sunk 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
ενεστώτας
refloating
απλός αόριστος
refloated
παθητική μετοχή
refloated
Παραδείγματα
The salvage team worked overnight to refloat the stranded cargo ship. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

refloat
float
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store