Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reflect
01
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
to contemplate or think deeply about something for insight or understanding
Παραδείγματα
She reflects on her achievements every evening.
Αναλογίζεται τα επιτεύγματά της κάθε βράδυ.
02
αντανακλώ, επιστρέφω
(of a surface) to redirect or bounce back heat, light, or sound without absorbing it
Παραδείγματα
The mirror reflected the sunlight, brightening up the room.
Ο καθρέφτης αντανακλούσε το φως του ήλιου, φωτίζοντας το δωμάτιο.
03
αντανακλώ, εμφανίζω
to show a particular quality, characteristic, or emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reflect
γ΄ ενικό πρόσωπο
reflects
ενεστώτα μετοχή
reflecting
απλός αόριστος
reflected
παθητική μετοχή
reflected
Παραδείγματα
His speech reflected the concerns of the community.
Η ομιλία του αντικατόπτριζε τις ανησυχίες της κοινότητας.
04
αντανακλώ, ανακλώ
to throw or bend back (from a surface)
05
αντανακλώ, μαρτυρώ
give evidence of the quality of
06
αντανακλώ, εκδηλώνω
give evidence of a certain behavior
07
αντανακλώ, εμφανίζω
show an image of
Λεξικό Δέντρο
reflectance
reflected
reflecting
reflect



























