referable
re
ˈrɛ
re
fe
ra
ble
bəl
bēl
reparablerefutable

Ορισμός και σημασία του "referable"στα αγγλικά

01

αναφερόμενος, αποδοτέος

capable of being reasonably attributed, or traced to another through reference or connection 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most referable
συγκριτικός βαθμός
more referable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The study aimed to determine if certain behaviors were statistically referable to genetic or environmental factors. 

Η μελέτη είχε ως στόχο να καθορίσει εάν ορισμένες συμπεριφορές μπορούν στατιστικά να αποδοθούν σε γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store