Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
referable
01
αναφερόμενος, αποδοτέος
capable of being reasonably attributed, or traced to another through reference or connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most referable
συγκριτικός βαθμός
more referable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The study aimed to determine if certain behaviors were statistically referable to genetic or environmental factors.
Η μελέτη είχε ως στόχο να καθορίσει εάν ορισμένες συμπεριφορές μπορούν στατιστικά να αποδοθούν σε γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Λεξικό Δέντρο
referable
refer



























