to reestablish
re
ˌri:
ρι
es
ˈɪs
ισ
tab
tæb
ταιμπ
lish
lɪʃ
λισ
disestablishestablish

Ορισμός και σημασία του "reestablish"στα αγγλικά

to reestablish
01

αποκαθιστώ, επανιδρύω

to bring back a lost connection or a former condition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reestablish
γ΄ ενικό πρόσωπο
reestablishes
ενεστώτα μετοχή
reestablishing
απλός αόριστος
reestablished
παθητική μετοχή
reestablished

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reestablish
establish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store