to reelect
re
ˌri:
ρι
e
ɪ
ι
lect
ˈlɛkt
λεκτ
reflect
re-elect
reëlect

Ορισμός και σημασία του "reelect"στα αγγλικά

to reelect
01

επανεκλέγω, εκλέγω ξανά

to vote for someone to continue in a position of authority, especially in a political office, for another term 
Transitive: to reelect sb
to reelect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reelect
γ΄ ενικό πρόσωπο
reelects
ενεστώτα μετοχή
reelecting
απλός αόριστος
reelected
παθητική μετοχή
reelected
Παραδείγματα
The mayor was reelected for a second term by a wide margin. 

Ο δήμαρχος επανεκλέχθηκε για δεύτερη θητεία με μεγάλη διαφορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reelect
elect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store