Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reelect
01
επανεκλέγω, εκλέγω ξανά
to vote for someone to continue in a position of authority, especially in a political office, for another term
Transitive: to reelect sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reelect
γ΄ ενικό πρόσωπο
reelects
ενεστώτα μετοχή
reelecting
απλός αόριστος
reelected
παθητική μετοχή
reelected
Παραδείγματα
The mayor was reelected for a second term by a wide margin.
Ο δήμαρχος επανεκλέχθηκε για δεύτερη θητεία με μεγάλη διαφορά.
Λεξικό Δέντρο
reelect
elect



























