Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to barge in
[phrase form: barge]
01
διακόπτω απότομα, παρεμβαίνω στη συζήτηση χωρίς πρόσκληση
to interrupt a conversation abruptly and without invitation
Intransitive
Παραδείγματα
I was about to explain when he barged in and started talking over me.
Ήμουν έτοιμος να εξηγήσω όταν μπήκε μέσα και άρχισε να μιλάει πάνω μου.
02
εισβάλλω, μπαίνω χωρίς άδεια
to enter a room or space suddenly and without permission
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
barge
ενεστώτας
barge in
γ΄ ενικό πρόσωπο
barges in
ενεστώτα μετοχή
barging in
απλός αόριστος
barged in
παθητική μετοχή
barged in
Παραδείγματα
He barged in, completely ignoring the fact that we were in the middle of a call.
Μπήκε βίαια, αγνοώντας εντελώς το γεγονός ότι ήμασταν στη μέση μιας κλήσης.



























