to barge in
barge
bɑ:ʤ
baaj
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "barge in"στα αγγλικά

to barge in
01

διακόπτω απότομα, παρεμβαίνω στη συζήτηση χωρίς πρόσκληση

to interrupt a conversation abruptly and without invitation 
Intransitive
to barge in definition and meaning
Παραδείγματα
He always barges in on our discussions without waiting for an invitation. 

Πάντα μπαίνει στις συζητήσεις μας χωρίς να περιμένει πρόσκληση.

02

εισβάλλω, μπαίνω χωρίς άδεια

to enter a room or space suddenly and without permission 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
barge
ενεστώτας
barge in
γ΄ ενικό πρόσωπο
barges in
ενεστώτα μετοχή
barging in
απλός αόριστος
barged in
παθητική μετοχή
barged in
Παραδείγματα
I was working when my friend barged in and demanded my attention. 

Δούλευα όταν ο φίλος μου μπήκε απότομα και απαίτησε την προσοχή μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store