red tape
Pronunciation
/ɹˈɛd tˈeɪp/

Ορισμός και σημασία του "red tape"στα αγγλικά

01

γραφειοκρατία, χαρτούρα

official procedures or rules that are unnecessary and time-consuming
red tape definition and meaning
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They had to navigate through a lot of red tape to get their visa approved.
Έπρεπε να περάσουν από πολλή γραφειοκρατία για να εγκριθεί η βίζα τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store