bargaining
Pronunciation
/ˈbɑɹɡɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bargaining"στα αγγλικά

01

διαπραγμάτευση

discussions to come to an agreement on conditions, prices, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bargainings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store