Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bargaining
01
διαπραγμάτευση
discussions to come to an agreement on conditions, prices, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bargainings
Λεξικό Δέντρο
bargaining
bargain



























