Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barefaced
01
αναιδής, αξιοθρήνητος
openly and shamelessly done, without trying to hide the truth or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barefaced
συγκριτικός βαθμός
more barefaced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, communication
Παραδείγματα
It was a barefaced lie, and everyone in the room knew it.
Ήταν ένα προκλητικό ψέμα, και όλοι στο δωμάτιο το γνώριζαν.
02
αναιδής, αδιάντροπος
showing boldness in behavior, disregarding social rules, politeness, or moral restraint
Παραδείγματα
His barefaced arrogance shocked the entire committee.
Η αναιδής αλαζονεία του σόκαρε ολόκληρη την επιτροπή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
barefacedly
barefaced



























