Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bard
01
μπαρντάρω, τυλίγω με μπέικον
to prevent lean meats from drying out during roasting
Παραδείγματα
The chef barded the roast with thick slices of bacon.
Ο σεφ έβαλε το ψητό με παχιές φέτες μπέικον.
02
επιbardάρω το άλογο, στολίζω το άλογο
to dress a horse with ornamental gear or protective trappings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bard
γ΄ ενικό πρόσωπο
bards
ενεστώτα μετοχή
barding
απλός αόριστος
barded
παθητική μετοχή
barded
Παραδείγματα
They barded the horses before the royal march.
Αυτοί θώρακισαν τα άλογα πριν από τη βασιλική πορεία.
Bard
01
διακοσμητική πανοπλία αλόγου, διακοσμητικό κάλυμμα αλόγου
decorative armor or cloth covering placed on a horse, especially for ceremonial or parade use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bards
Παραδείγματα
The knight's steed wore a richly embroidered bard.
Το άλογο του ιππότη φορούσε ένα πλούσια κεντημένο μπαρντ.
02
βάρδος, ποιητής
a person who writes pieces of poetry and stories
Παραδείγματα
In medieval times, the bard entertained the court with tales of heroism and love.
Στον μεσαίωνα, ο βάρδος ψυχαγωγούσε την αυλή με ιστορίες ηρωισμού και αγάπης.



























