Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Record-breaker
01
καταρριπτής ρεκόρ, κάτοχος ρεκόρ
someone or something that achieves a result that exceeds the previously best result
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
record-breakers
LanGeek



























