Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recitative
01
ρετσιτατίβο, στυλ ρετσιτατίβο
a style of vocal singing in opera and oratorio characterized by a speech-like delivery, used to advance the plot or convey dialogue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recitatives
Παραδείγματα
The recitative's conversational style allowed the singer to convey the character's emotions with authenticity.
Το συνομιλητικό στυλ του ρετσιτατίβο επέτρεψε στον τραγουδιστή να μεταδώσει τα συναισθήματα του χαρακτήρα με αυθεντικότητα.
Λεξικό Δέντρο
recitative
recite



























