Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reciprocate
01
κινώ εμπρός-πίσω, ταλαντώνομαι
to move alternately in a forward and backward motion, creating a repetitive or oscillating pattern
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
reciprocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
reciprocates
ενεστώτα μετοχή
reciprocating
απλός αόριστος
reciprocated
παθητική μετοχή
reciprocated
Παραδείγματα
During the piston pump's operation, the plungers reciprocated to create suction and discharge fluid.
Κατά τη λειτουργία της αντλίας εμβόλου, τα έμβολα κινούνταν εμπρός και πίσω για να δημιουργήσουν αναρρόφηση και να εκκενώσουν το ρευστό.
02
ανταποδίδω, ανταποκρίνομαι
to respond in kind to a gesture or action
Transitive: to reciprocate a gesture or action
Παραδείγματα
Teams that reciprocate effort and commitment tend to achieve shared goals more effectively.
Οι ομάδες που ανταποδίδουν προσπάθεια και δέσμευση τείνουν να επιτυγχάνουν κοινούς στόχους πιο αποτελεσματικά.
Λεξικό Δέντρο
reciprocation
reciprocative
reciprocatory
reciprocate
reciproc



























