barbecued
Pronunciation
/ˈbɑɹbɪkˌjud/

Ορισμός και σημασία του "barbecued"στα αγγλικά

01

ψητός, μαγειρεμένος στη σχάρα

cooked using a grill or open flame, often resulting in a charred or smoky flavor
barbecued definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most barbecued
συγκριτικός βαθμός
more barbecued
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She prepared barbecued fish for the family gathering.
Ετοίμασε ψητό ψάρι για τη συγκέντρωση της οικογένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store