reassured
Pronunciation
/ˌɹiəˈʃʊɹd/

Ορισμός και σημασία του "reassured"στα αγγλικά

01

καθησυχασμένος, με αυτοπεποίθηση

having confidence restored; freed from anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reassured
συγκριτικός βαθμός
more reassured
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store