reagent
re
ri:
ri
a
ˈeɪ
ei
gent
ʤənt
jēnt
regent

Ορισμός και σημασία του "reagent"στα αγγλικά

01

αντιδραστήριο

a substance or compound used in a chemical reaction to detect, examine, or produce other substances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reagents
Παραδείγματα
The chemist carefully measured the reagent before adding it to the reaction flask. 

Ο χημικός μέτρησε προσεκτικά το αντιδραστήριο πριν το προσθέσει στο φιαλίδιο αντίδρασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store