Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reaffirm
01
επιβεβαιώνω
to state something again, often to emphasize its importance or to show a strong commitment
Transitive: to reaffirm sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reaffirm
γ΄ ενικό πρόσωπο
reaffirms
ενεστώτα μετοχή
reaffirming
απλός αόριστος
reaffirmed
παθητική μετοχή
reaffirmed
Παραδείγματα
Despite the challenges, the team decided to reaffirm their dedication to the project.
Παρά τις προκλήσεις, η ομάδα αποφάσισε να επιβεβαιώσει εκ νέου την αφοσίωσή της στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
reaffirm
affirm



























