Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reaffirm
01
επιβεβαιώνω
to state something again, often to emphasize its importance or to show a strong commitment
Transitive: to reaffirm sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reaffirm
γ΄ ενικό πρόσωπο
reaffirms
ενεστώτα μετοχή
reaffirming
απλός αόριστος
reaffirmed
παθητική μετοχή
reaffirmed
Παραδείγματα
The community leaders gathered to reaffirm their shared values and goals for the neighborhood.
Οι ηγέτες της κοινότητας συγκεντρώθηκαν για να επιβεβαιώσουν τις κοινές αξίες και τους στόχους τους για τη γειτονιά.
Λεξικό Δέντρο
reaffirm
affirm



























