Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Razor clam
01
ξυράφι, σολέν
a marine mollusk native to the Pacific Ocean that is edible
Dialect
American
razor shell
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
razor clams
LanGeek



























