Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raver
01
φωνακλάς, κραυγάζων
someone who rants and raves; speaks in a violent or loud manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ravers
02
ένας raver, ένας λάτρης της ηλεκτρονικής μουσικής
an enthusiast of electronic dance music events, known for their energetic dancing, colorful attire, and strong sense of community
Παραδείγματα
The festival was filled with ravers, dancing to the pulsating beats of electronic music throughout the night.
Το φεστιβάλ ήταν γεμάτο με ravers, που χόρευαν στους παλλόμενους ρυθμούς της ηλεκτρονικής μουσικής όλη τη νύχτα.



























