Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ravenously
01
αδηφάγως, με αδηφαγία
in a way that shows extreme hunger or eagerness to eat
Παραδείγματα
He ravenously bit into the sandwich the moment it was handed to him.
Λαίμαργα δάγκωσε το σάντουιτς τη στιγμή που του το έδωσαν.



























