Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ravening
01
αδηφάγος, λαίμαργος
devouring or craving food in great quantities
02
άπληστος, λαίμαργος
excessively greedy and grasping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ravening
συγκριτικός βαθμός
more ravening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, desire, character
03
αρπακτικός, θηρευτικός
living by preying on other animals especially by catching living prey
04
χορηγώντας ένα φάρμακο
administer a drug to
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ravening
raven



























