Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ravage
01
καταστρέφω, εξοντώνω
to cause severe destruction or damage
Transitive: to ravage sth
Παραδείγματα
The hurricane ravaged the coastal town, leaving behind a trail of destruction.
Ο τυφώνας κατέστρεψε την παραθαλάσσια πόλη, αφήνοντας πίσω του ένα ίχνος καταστροφής.
02
καταστρέφω, λεηλατώ
to pillage, plunder, or devastate a place or area through a sudden and violent attack
Transitive: to ravage a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ravage
γ΄ ενικό πρόσωπο
ravages
ενεστώτα μετοχή
ravaging
απλός αόριστος
ravaged
παθητική μετοχή
ravaged
Παραδείγματα
The invading army ravages the countryside, looting villages and burning crops.
Ο εισβολικός στρατός καταστρέφει την ύπαιθρο, λεηλατώντας χωριά και καίγοντας καλλιέργειες.
Ravage
01
καταστροφή, εξολόθρευση
action that breeds severe damage or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The war's ravage left entire cities in ruins, with homes and infrastructure destroyed.
Οι καταστροφές του πολέμου άφησαν ολόκληρες πόλεις σε ερείπια, με σπίτια και υποδομές κατεστραμμένες.
Λεξικό Δέντρο
ravaged
ravaging
ravaging
ravage



























