Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ravage
01
καταστρέφω, εξοντώνω
to cause severe destruction or damage
Transitive: to ravage sth
Παραδείγματα
Economic crises can ravage a country's financial stability and well-being.
Οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να καταστρέψουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ευημερία μιας χώρας.
02
καταστρέφω, λεηλατώ
to pillage, plunder, or devastate a place or area through a sudden and violent attack
Transitive: to ravage a place
Παραδείγματα
Tomorrow, the marauders will ravage the unsuspecting village, pillaging its treasures and terrorizing its inhabitants.
Αύριο, οι ληστές θα καταστρέψουν το αφύλακτο χωριό, θα λεηλατήσουν τους θησαυρούς του και θα τρομοκρατήσουν τους κατοίκους του.
Ravage
01
καταστροφή, εξολόθρευση
action that breeds severe damage or destruction
Παραδείγματα
The invasive species caused the ravage of local ecosystems, impacting native flora and fauna.
Τα εισβλητικά είδη προκάλεσαν την καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, επηρεάζοντας την ιθαγενή χλωρίδα και πανίδα.
Λεξικό Δέντρο
ravaged
ravaging
ravaging
ravage



























