to ravage
Pronunciation
/ˈɹævɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "ravage"στα αγγλικά

to ravage
01

καταστρέφω, εξοντώνω

to cause severe destruction or damage
Transitive: to ravage sth
to ravage definition and meaning
Παραδείγματα
Economic crises can ravage a country's financial stability and well-being.
Οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να καταστρέψουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ευημερία μιας χώρας.
02

καταστρέφω, λεηλατώ

to pillage, plunder, or devastate a place or area through a sudden and violent attack
Transitive: to ravage a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ravage
γ΄ ενικό πρόσωπο
ravages
ενεστώτα μετοχή
ravaging
απλός αόριστος
ravaged
παθητική μετοχή
ravaged
Παραδείγματα
Tomorrow, the marauders will ravage the unsuspecting village, pillaging its treasures and terrorizing its inhabitants.
Αύριο, οι ληστές θα καταστρέψουν το αφύλακτο χωριό, θα λεηλατήσουν τους θησαυρούς του και θα τρομοκρατήσουν τους κατοίκους του.
01

καταστροφή, εξολόθρευση

action that breeds severe damage or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The invasive species caused the ravage of local ecosystems, impacting native flora and fauna.
Τα εισβλητικά είδη προκάλεσαν την καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, επηρεάζοντας την ιθαγενή χλωρίδα και πανίδα.

Λεξικό Δέντρο

ravaged
ravaging
ravaging
ravage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store