Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rattler
01
κροταλίας, οχιά με κουδούνι
pit viper with horny segments at the end of the tail that rattle when shaken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rattlers
02
τρένο εμπορευμάτων, φορτηγό τρένο
a railroad train consisting of freight cars
Λεξικό Δέντρο
rattler
rattle



























