baptism
bap
ˈbæp
μπαιπ
ti
τι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "baptism"στα αγγλικά

01

βάπτισμα, εκχριστιανισμός

a Christian ceremony during which water is poured on someone or they are immersed into water to welcome them to the Church 
baptism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baptisms
Παραδείγματα
The baby's baptism was held at the local church last Sunday. 

Το βάπτισμα του μωρού πραγματοποιήθηκε στην τοπική εκκλησία την περασμένη Κυριακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baptismal
baptism
bapt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store