Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bankroll
01
χρηματοδοτώ, επιδοτώ
to financially support or fund a project, venture, or activity
Transitive: to bankroll a venture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bankroll
γ΄ ενικό πρόσωπο
bankrolls
ενεστώτα μετοχή
bankrolling
απλός αόριστος
bankrolled
παθητική μετοχή
bankrolled
Παραδείγματα
The government has recently bankrolled infrastructure projects for urban development.
Η κυβέρνηση πρόσφατα χρηματοδότησε έργα υποδομής για την αστική ανάπτυξη.
Bankroll
01
χρηματοδότηση, κεφάλαιο
the total amount of money a person or business has for spending or investing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bankrolls
Παραδείγματα
They decided to expand their business with the extra bankroll.
Αποφάσισαν να επεκτείνουν την επιχείρησή τους με το πρόσθετο κεφάλαιο.
02
bankroll, κεφάλαιο παιχνιδιού
the amount of money or chips that a player has set aside or allocated for the purpose of playing poker



























