Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rake in
[phrase form: rake]
01
κερδίζω, συγκεντρώνω
to earn a lot of money or resources through successful efforts or actions
Transitive: to rake in money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
rake
ενεστώτας
rake in
γ΄ ενικό πρόσωπο
rakes in
ενεστώτα μετοχή
raking in
απλός αόριστος
raked in
παθητική μετοχή
raked in
Παραδείγματα
The talented artist has been raking the commissions in for their artwork.
Ο ταλαντούχος καλλιτέχνης μαζεύει τις προμήθειες για τα έργα τέχνης του.



























