railway yard
rail
ˈreɪl
ρειλ
way
weɪ
ουει
yard
jɑ:d
γαντ

Ορισμός και σημασία του "railway yard"στα αγγλικά

01

σιδηροδρομικός σταθμός, σταθμός ταξινόμησης

a complex of tracks where trains are stored, maintained, and built 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
railway yards
Παραδείγματα
The train was parked in the railway yard overnight. 

Το τρένο ήταν σταθμευμένο στον σιδηροδρομικό σταθμό όλη τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store