Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Racecourse
01
ιππόδρομος, πίστα αγώνων
a track that is specifically designed and equipped for horse racing, dog racing, or other types of races
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
racecourses
LanGeek



























