Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rabbit ears
01
αυτιά κουνελιού, αυτιά λαγού
the long ears of a rabbit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rabbit ears
02
κεραία V, αυτιά κουνελιού
an indoor TV antenna; consists of two extendible rods that form a V



























