Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quinine
01
κινίνη, ένα πικρό αλκαλοειδές που εξάγεται από τον φλοιό της κιγχόνας· χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ελονοσίας
a bitter alkaloid extracted from chinchona bark; used in malaria therapy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























