quinine
qui
ˈkwaɪ
kvai
nine
ˌnaɪn
nain
/kwˈɪna‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "quinine"στα αγγλικά

01

κινίνη, ένα πικρό αλκαλοειδές που εξάγεται από τον φλοιό της κιγχόνας· χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ελονοσίας

a bitter alkaloid extracted from chinchona bark; used in malaria therapy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store