quilt
quilt
kwɪlt
κουιλτ
/kwˈɪlt/

Ορισμός και σημασία του "quilt"στα αγγλικά

01

πάπλωμα, κουβέρτα

a type of bedding made of three layers, a top layer, a middle layer of batting or filling, and a bottom layer, that are stitched or tied together to form a pattern or design
quilt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quilts
to quilt
01

ράβω μαζί, ενώνω με ράψιμο

create by stitching together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quilt
γ΄ ενικό πρόσωπο
quilts
ενεστώτα μετοχή
quilting
απλός αόριστος
quilted
παθητική μετοχή
quilted
02

ράβω, ενώνω με ράψιμο

stitch or sew together
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store